Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fallow
01
ξεθωριασμένο καφέ, χρωματισμός εδάφους
having a pale, light brown color resembling the color of dried leaves or soil
Παραδείγματα
Her scarf had a delicate fallow hue, perfect for a spring day.
Το κασκόλ της είχε μια λεπτή ανοιχτό καφέ απόχρωση, ιδανική για μια ανοιξιάτικη μέρα.
02
αγρανάπαυση, ακαλλιέργητο
(of farmland) not used for growing crops for a period of time, especially for the quality of the soil to improve
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
fallowest
συγκριτικός βαθμός
fallower
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
After years of continuous wheat planting, the farmer kept one field fallow to let the earth regain fertility.
Μετά από χρόνια συνεχούς καλλιέργειας σιταριού, ο αγρότης κράτησε ένα χωράφι αγρανάπαυο για να ανακτήσει η γη την γονιμότητά της.
03
μη κύουσα, άδεια
(of a female pig) not currently in gestation
Παραδείγματα
After weaning her piglets, the sow remained fallow for six weeks before the next breeding.
Μετά το απόγαλα των γουρουνιών της, η χοίρα παρέμεινε αγρανάπαυση για έξι εβδομάδες πριν από την επόμενη αναπαραγωγή.
04
αγρανάπαυση, απρόοδος
(of a period of time) unproductive and empty of achievements
Παραδείγματα
The composer's fallow season yielded far fewer scores than in previous years.
Η αγρανάπαυση περίοδος του συνθέτου παρήγαγε πολύ λιγότερες παρτιτούρες από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.
Fallow
01
αγρανάπαυση, γη σε αγρανάπαυση
land that has been prepared for sowing but intentionally left unseeded for a period to restore fertility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fallows
Παραδείγματα
After two years of heavy cropping, the farmer left the north field as fallow to rebuild soil nutrients.
Μετά από δύο χρόνια έντονης καλλιέργειας, ο αγρότης άφησε το βόρειο χωράφι ως αγρανάπαυση για να ανοικοδομήσει τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους.



























