Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fallout
01
ραδιενεργή πτώση, ραδιενεργός κατακρήμνισμα
airborne particles, such as dust or debris, that settle after a nuclear explosion or similar event
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
fallouts
Παραδείγματα
After the nuclear test, the fallout spread over a wide area, causing environmental contamination.
Μετά την πυρηνική δοκιμή, τα κατακάθια εξαπλώθηκαν σε μια ευρεία περιοχή, προκαλώντας περιβαλλοντική μόλυνση.
02
επιπτώσεις, συνέπειες
any unintended, harmful, or undesirable secondary effect of an event or action
Παραδείγματα
The scandal had political fallout that damaged several careers.
Το σκάνδαλο είχε πολιτικές επιπτώσεις που κατέστρεψαν πολλές καριέρες.



























