fallout
fall
ˈfɑl
φαλ
out
aʊt
αουτ
/fˈɔːla‍ʊt/

Ορισμός και σημασία του "fallout"στα αγγλικά

01

ραδιενεργή πτώση, ραδιενεργός κατακρήμνισμα

airborne particles, such as dust or debris, that settle after a nuclear explosion or similar event
Παραδείγματα
The military conducted studies on the behavior of fallout particles to better understand their dispersion.
Ο στρατός πραγματοποίησε μελέτες σχετικά με τη συμπεριφορά των σωματιδίων πτώσης για να κατανοήσει καλύτερα τη διασπορά τους.
02

επιπτώσεις, συνέπειες

any unintended, harmful, or undesirable secondary effect of an event or action
Παραδείγματα
Miscommunication created fallout between the departments.
Οι αρνητικές συνέπειες που προκλήθηκαν από την παρανόηση δημιούργησαν σύγκρουση μεταξύ των τμημάτων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store