Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fallible
01
ελαττωματικός, επιρρεπής σε λάθη
likely to be wrong or mistaken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fallible
συγκριτικός βαθμός
more fallible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accuracy of eyewitness testimony is fallible, as memory can be influenced by various factors such as time, stress, and suggestibility.
Η ακρίβεια της μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα είναι αναπόφευκτα λανθασμένη, καθώς η μνήμη μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες όπως ο χρόνος, το άγχος και η επιρρεπής στην υποβολή.
02
ελαττωματικός, επιρρεπής σε λάθη
(of humans) liable to make mistakes or to be imperfect, unlike divine beings
Παραδείγματα
In many religious beliefs, humans are viewed as fallible beings, contrasting with deities who are considered infallible and free from error.
Σε πολλές θρησκευτικές πεποιθήσεις, οι άνθρωποι θεωρούνται ως πιθανά λανθασμένα όντα, σε αντίθεση με τις θεότητες που θεωρούνται αλάνθαστες και χωρίς λάθη.
Λεξικό Δέντρο
fallibility
infallible
fallible



























