fallacious
fa
lla
ˈleɪ
lei
cious
ʃəs
shēs
arenaceousloquaciouspredaciousherbaceous

Ορισμός και σημασία του "fallacious"στα αγγλικά

fallacious
01

παραπλανητικός, απατηλός

deliberately designed to mislead 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fallacious
συγκριτικός βαθμός
more fallacious
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, communication, deception
Παραδείγματα
The website propagated fallacious information to gain clicks. 

Ο ιστότοπος διάδοσε παραπλανητικές πληροφορίες για να αποκτήσει κλικ.

02

παραπλανητικός, εσφαλμένος

logically or factually flawed 
Παραδείγματα
The report's conclusion was fallacious because it relied on outdated data. 

Το συμπέρασμα της έκθεσης ήταν απατηλό επειδή βασίστηκε σε ξεπερασμένα δεδομένα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

fallaciousness
fallacious
fallacy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store