Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall out
01
τσακώνομαι, διαλύω τη φιλία
to no longer be friends with someone as a result of an argument
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall out
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls out
ενεστώτα μετοχή
falling out
απλός αόριστος
fell out
παθητική μετοχή
fallen out
Παραδείγματα
After a heated debate, the friends fell out and stopped speaking to each other.
Μετά από μια έντονη συζήτηση, οι φίλοι τσακώθηκαν και σταμάτησαν να μιλούν μεταξύ τους.
02
αποσπώμαι, πέφτω
to detach from a surface or object
Intransitive
Παραδείγματα
As she danced, her hairpin fell out, and her hair cascaded down in loose waves.
Καθώς χόρευε, η φουρκέτα της έπεσε, και τα μαλλιά της κυμάτισαν χαλαρά.
03
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα
to take place
Intransitive: to fall out point in time | to fall out in a specific manner
Παραδείγματα
The predicted changes in weather patterns are expected to fall out over the weekend.
Οι προβλεπόμενες αλλαγές στα καιρικά μοτίβα αναμένεται να συμβούν κατά το σαββατοκύριακο.
04
προκύπτω, απορρέω
to come as a logical consequence of something
Intransitive
Παραδείγματα
If the initial steps are not executed properly, problems are likely to fall out during the later stages of the project.
Εάν τα αρχικά βήματα δεν εκτελεστούν σωστά, είναι πιθανό να προκύψουν προβλήματα κατά τα μεταγενέστερα στάδια του έργου.



























