Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fall back
01
υποχωρώ, αποσύρομαι
to move back, often from a challenging situation or conflict
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
back
βασικό ρήμα
fall
ενεστώτας
fall back
γ΄ ενικό πρόσωπο
falls back
ενεστώτα μετοχή
falling back
απλός αόριστος
fell back
παθητική μετοχή
fallen back
Παραδείγματα
Faced with overwhelming enemy forces, the soldiers had to fall back to a more defensible position.
Αντιμέτωποι με συντριπτικές εχθρικές δυνάμεις, οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν σε μια πιο υπερασπίσιμη θέση.
02
πέφτω πίσω, οπισθοχωρώ και πέφτω
to suddenly lose one's balance and fall backward
Παραδείγματα
Losing his footing on the slippery slope, he began to fall back, narrowly avoiding a more serious tumble.
Χάνοντας το πόδι του στην ολισθηρή πλαγιά, άρχισε να πέφτει πίσω, αποφεύγοντας οριακά ένα πιο σοβαρό πέσιμο.
03
οπισθοχωρώ, επιστρέφω
to revert to a previous state of bad behavior, habit, or practice, especially after making an effort to change
Παραδείγματα
Despite his efforts to quit smoking, he fell back into the habit during times of stress.
Παρά τις προσπάθειές του να σταματήσει το κάπνισμα, έπεσε πίσω στη συνήθεια σε περιόδους άγχους.
04
επικαλούμαι, στηρίζομαι σε
to rely on something as a backup or alternative plan
Παραδείγματα
When the original plan failed, they had to fall back on their contingency strategy.
Όταν το αρχικό σχέδιο απέτυχε, έπρεπε να επιστρέψουν στην εφεδρική στρατηγική τους.
05
οπισθοχωρώ, μειώνομαι
to reduce in number or value
Παραδείγματα
The demand for the product fell back after the initial surge in sales.
Η ζήτηση για το προϊόν μειώθηκε μετά την αρχική αύξηση των πωλήσεων.



























