falcon
fal
ˈfæl
φαιλ
con
kən
καν
/ˈfɔːlkən/

Ορισμός και σημασία του "falcon"στα αγγλικά

01

γέρακας, ιέρακας

a predatory fast-flying bird that can be trained for hunting
falcon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
falcons
Παραδείγματα
With a shrill cry, the falcon announced its presence to all who dared to encroach upon its territory.
Με μια διαπεραστική κραυγή, ο γεράκι ανακοίνωσε την παρουσία του σε όλους όσους τόλμησαν να εισβάλουν στην επικράτειά του.
to falcon
01

ιερακοθηρεύω, κυνηγώ με γεράκι

to hunt wild animals, especially birds, using trained falcons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
falcon
γ΄ ενικό πρόσωπο
falcons
ενεστώτα μετοχή
falconing
απλός αόριστος
falconed
παθητική μετοχή
falconed
Παραδείγματα
The group falconed along the riverbanks in search of prey.
Η ομάδα κυνήγησε με γεράκια κατά μήκος των όχθων του ποταμού σε αναζήτηση θηράματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store