Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Falafel
01
φαλάφελ, μπουκιές ρεβιθιού
a dish of mashed chickpeas made into balls and deep fried, originated in the Middle East
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
falafels



























