Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faithless
01
άπιστος, προδοτικός
lacking loyalty or commitment, especially in relationships or obligations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faithless
συγκριτικός βαθμός
more faithless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was a faithless partner who broke her heart with every lie.
Ήταν ένας άπιστος σύντροφος που της έσπασε την καρδιά με κάθε ψέμα.
Λεξικό Δέντρο
faithlessly
faithlessness
faithless
faith



























