faint-hearted
faint
feɪnthɑ:tɪd
feinthaatid
hearted
fainthearted

Ορισμός και σημασία του "faint-hearted"στα αγγλικά

faint-hearted
01

δειλός, αποφασιστικός

lacking courage or determination 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faint-hearted
συγκριτικός βαθμός
more faint-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The faint-hearted student struggled with the challenging math problems. 

Ο δειλός μαθητής αγωνίστηκε με τις προκλητικά μαθηματικά προβλήματα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store