faded
fa
ˈfeɪ
fei
ded
dɪd
did
facedfamedfatedfazed

Ορισμός και σημασία του "faded"στα αγγλικά

01

ξεθωριασμένος, ξεβαμμένος

having lost intensity or brightness in color 
faded definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faded
συγκριτικός βαθμός
more faded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The faded blue jeans had worn patches and a washed-out appearance. 

Το ξεθωριασμένο μπλε τζιν είχε φθαρμένα μπαλώματα και ένα ξεθωριασμένο appearance.

02

ξεθωριασμένος, ξεθωριασμένη

diminished or weakened over time 
Παραδείγματα
The faded memories of childhood came to him in brief flashes, now distant and unclear. 

Οι ξεθωριασμένες αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας του ήρθαν σε σύντομες στιγμές, τώρα μακρινές και ασαφείς.

03

στουκωμένος, μπαφιάρης

experiencing the effects of drugs or cannabis 
αργκό
Παραδείγματα
He was completely faded after smoking some weed. 

Ήταν εντελώς μαστουρωμένος αφού κάπνισε λίγη μαριχουάνα.

Λεξικό Δέντρο

prefaded
faded
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store