Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most faded
συγκριτικός βαθμός
more faded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The colors of the flag were faded from years of exposure to the elements.
Τα χρώματα της σημαίας είχαν ξεθωριάσει από χρόνια έκθεση στα στοιχεία.
Παραδείγματα
His faded ambition left him going through the motions at work without much interest.
Η ξεθωριασμένη του φιλοδοξία τον άφησε να κάνει τις κινήσεις στη δουλειά χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον.
03
στουκωμένος, μπαφιάρης
experiencing the effects of drugs or cannabis
slang
Παραδείγματα
We were faded but still enjoying the music.
Ήμασταν στουκ αλλά απολαύσαμε ακόμα τη μουσική.
Λεξικό Δέντρο
prefaded
faded



























