Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abject
01
άθλιος, ελεεινός
marked by severe hardship or extremely unpleasantness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abject
συγκριτικός βαθμός
more abject
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The workers toiled in abject conditions for pennies.
Οι εργάτες μόχθησαν σε άθλιες συνθήκες για λίγα σεντς.
02
συντριπτικός, καταστροφικός
completely overwhelming in its emotional or psychological effect
Παραδείγματα
She sank into abject misery after the breakup.
Βυθίστηκε σε απόλυτη δυστυχία μετά το χωρισμό.
03
άθλιος, δουλοπρεπής
displaying total submission or self-humiliation
Παραδείγματα
He offered an abject apology, groveling at her feet.
Προσέφερε μια εξευτελιστική συγγνώμη, σέρνοντας στα πόδια της.
to abject
01
απορρίπτω, περιφρονώ
to cast off or reject someone or something, particularly with a sense of contempt or inferiority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abject
γ΄ ενικό πρόσωπο
abjects
ενεστώτα μετοχή
abjecting
απλός αόριστος
abjected
παθητική μετοχή
abjected
Παραδείγματα
After years of loyal service, the company abjected the dedicated employee, leaving her feeling betrayed.
Μετά από χρόνια πιστής υπηρεσίας, η εταιρεία απέρριψε την αφοσιωμένη υπάλληλο, αφήνοντάς την να νιώθει προδομένη.
Λεξικό Δέντρο
abjectly
abject



























