Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abject
01
άθλιος, ελεεινός
marked by severe hardship or extremely unpleasantness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abject
συγκριτικός βαθμός
more abject
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scandal exposed abject corruption in the system.
Το σκάνδαλο αποκάλυψε εξώγνανδη διαφθορά στο σύστημα.
02
συντριπτικός, καταστροφικός
completely overwhelming in its emotional or psychological effect
Παραδείγματα
The region was trapped in abject poverty.
Η περιοχή ήταν παγιδευμένη σε απόλυτη φτώχεια.
03
άθλιος, δουλοπρεπής
displaying total submission or self-humiliation
Παραδείγματα
The employee gave an abject explanation, afraid of being fired.
Ο υπάλληλος έδωσε μια εξευτελιστική εξήγηση, φοβούμενος ότι θα απολυθεί.
to abject
01
απορρίπτω, περιφρονώ
to cast off or reject someone or something, particularly with a sense of contempt or inferiority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abject
γ΄ ενικό πρόσωπο
abjects
ενεστώτα μετοχή
abjecting
απλός αόριστος
abjected
παθητική μετοχή
abjected
Παραδείγματα
Fearing failure, she abjected her dreams of becoming an artist and settled for a mundane office job.
Φοβούμενη την αποτυχία, απέρριψε τα όνειρά της να γίνει καλλιτέχνης και ικανοποιήθηκε με μια κοινότοπη εργασία γραφείου.
Λεξικό Δέντρο
abjectly
abject



























