exultation
Pronunciation
/ɛɡzəltˈeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "exultation"στα αγγλικά

01

αγαλλίαση, ευφροσύνη

an intense and uplifting feeling of great happiness or triumph
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Winning the case filled her with exultation.
Η νίκη της υπόθεσης την γέμισε αγαλλίαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store