exultation
ex
ˌɛg
εγκ
ul
zʌl
ζαλ
ta
ˈteɪ
τει
tion
ʃən
σαν
excitationexaltationexudation

Ορισμός και σημασία του "exultation"στα αγγλικά

01

αγαλλίαση, ευφροσύνη

an intense and uplifting feeling of great happiness or triumph 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her exultation was obvious when she received the award. 

Η αγαλλίαση της ήταν προφανής όταν έλαβε το βραβείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store