ammonia
a
ə
α
mmon
ˈmoʊn
μουν
ia
γα
/æmˈə‍ʊni‍ə/

Ορισμός και σημασία του "ammonia"στα αγγλικά

01

αμμωνία, αζάνιο

a sharp-smelling gas made of nitrogen and hydrogen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Inhaling concentrated ammonia can be dangerous.
Η εισπνοή συμπυκνωμένης αμμωνίας μπορεί να είναι επικίνδυνη.
02

υδατικό αμμωνία, διάλυμα αμμωνίας

a solution of ammonia gas dissolved in water, commonly called aqueous ammonia
Παραδείγματα
Strong ammonia solution can cause skin irritation if spilled.
Η ισχυρή διάλυση αμμωνίας μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του δέρματος εάν χυθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store