Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extricate
01
ελευθερώνω, ξεμπλέκω
to free someone from a difficult or entangled situation
Transitive: to extricate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extricates
ενεστώτα μετοχή
extricating
απλός αόριστος
extricated
παθητική μετοχή
extricated
Παραδείγματα
She had to extricate herself from the awkward conversation at the party.
Έπρεπε να απαλλαγεί από την άβολη συζήτηση στο πάρτι.
02
ελευθερώνω, εξάγω
to disentangle or take something out from an area or condition where it's trapped or stuck
Transitive: to extricate sb
Παραδείγματα
The technician carefully extricated the damaged part from the machine.
Ο τεχνικός απεμπλοκίστηκε προσεκτικά το κατεστραμμένο μέρος από το μηχάνημα.
Λεξικό Δέντρο
extrication
extricate



























