Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extricate
01
ελευθερώνω, ξεμπλέκω
to free someone from a difficult or entangled situation
Transitive: to extricate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
extricate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extricates
ενεστώτα μετοχή
extricating
απλός αόριστος
extricated
παθητική μετοχή
extricated
Παραδείγματα
The firefighter extricated the trapped victim from the wreckage.
Ο πυροσβέστης ελευθέρωσε το παγιδευμένο θύμα από τα συντρίμμια.
02
ελευθερώνω, εξάγω
to disentangle or take something out from an area or condition where it's trapped or stuck
Transitive: to extricate sb
Παραδείγματα
She used tweezers to extricate the splinter from her finger.
Χρησιμοποίησε τσιμπιδάκι για να αφαιρέσει το σκλήθρο από το δάχτυλό της.
Λεξικό Δέντρο
extrication
extricate



























