extravagant
Pronunciation
/ɛkˈstɹævəɡənt/

Ορισμός και σημασία του "extravagant"στα αγγλικά

extravagant
01

πολυτελής, τελετουργικός

costing a lot of money, more than the necessary or affordable amount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most extravagant
συγκριτικός βαθμός
more extravagant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The CEO 's extravagant spending habits raised eyebrows among shareholders and employees alike.
Οι εκκεντρικές συνήθειες δαπανών του CEO έκαναν τόσο τους μετόχους όσο και τους εργαζόμενους να σηκώσουν τα φρύδια τους.
02

εκκεντρικός

making exaggerated or overly ambitious claims, promises, or statements that are often not grounded in reality
Παραδείγματα
The CEO 's extravagant promises to double profits within a month were met with skepticism by the board.
Οι εκκεντρικές υποσχέσεις του CEO να διπλασιάσει τα κέρδη σε ένα μήνα συναντήθηκαν με σκεπτικισμό από το διοικητικό συμβούλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store