Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extravagant
01
πολυτελής, τελετουργικός
costing a lot of money, more than the necessary or affordable amount
Παραδείγματα
The CEO 's extravagant spending habits raised eyebrows among shareholders and employees alike.
Οι εκκεντρικές συνήθειες δαπανών του CEO έκαναν τόσο τους μετόχους όσο και τους εργαζόμενους να σηκώσουν τα φρύδια τους.
02
εκκεντρικός
making exaggerated or overly ambitious claims, promises, or statements that are often not grounded in reality
Παραδείγματα
The CEO 's extravagant promises to double profits within a month were met with skepticism by the board.
Οι εκκεντρικές υποσχέσεις του CEO να διπλασιάσει τα κέρδη σε ένα μήνα συναντήθηκαν με σκεπτικισμό από το διοικητικό συμβούλιο.
Λεξικό Δέντρο
extravagantly
extravagant
extravag



























