to extravasate
ext
ˈɪkst
ικστ
ra
ραι
va
βα
sate
seɪt
σειτ

Ορισμός και σημασία του "extravasate"στα αγγλικά

to extravasate
01

εκχέω, ξεχύνομαι

become active and spew forth lava and rocks 
to extravasate definition and meaning
02

εκχέω, κάνω να ρέει

geology: cause molten material, such as lava, to pour forth 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
extravasate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extravasates
ενεστώτα μετοχή
extravasating
απλός αόριστος
extravasated
παθητική μετοχή
extravasated
03

εξωθήσω, προκαλώ την έξοδο ή την διαφυγή από ένα κατάλληλο αγγείο ή κανάλι

force out or cause to escape from a proper vessel or channel 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

extravasation
extravasate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store