Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to extravasate
01
εκχέω, ξεχύνομαι
become active and spew forth lava and rocks
02
εκχέω, κάνω να ρέει
geology: cause molten material, such as lava, to pour forth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
extravasate
γ΄ ενικό πρόσωπο
extravasates
ενεστώτα μετοχή
extravasating
απλός αόριστος
extravasated
παθητική μετοχή
extravasated
03
εξωθήσω, προκαλώ την έξοδο ή την διαφυγή από ένα κατάλληλο αγγείο ή κανάλι
force out or cause to escape from a proper vessel or channel
Λεξικό Δέντρο
extravasation
extravasate



























