existing
ex
ɪg
ig
is
ˈzɪs
zis
ting
tɪng
ting
exactingexultingexaltingexciting

Ορισμός και σημασία του "existing"στα αγγλικά

01

υπάρχων, ισχύων

currently present or in operation 
existing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most existing
συγκριτικός βαθμός
more existing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, presence, operation
Παραδείγματα
The existing policies will remain in place until further notice. 

Οι υφιστάμενες πολιτικές θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι νεότερης ειδοποίησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

coexisting
preexisting
existing
exist
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store