existing
Pronunciation
/ɪɡˈzɪstɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "existing"στα αγγλικά

01

υπάρχων, ισχύων

currently present or in operation
existing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most existing
συγκριτικός βαθμός
more existing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The government is working to improve the existing healthcare system.
Η κυβέρνηση εργάζεται για τη βελτίωση του υπάρχοντος συστήματος υγείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store