Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exhort
01
παροτρύνω, ενθαρρύνω με ενθουσιασμό
to strongly and enthusiastically encourage someone who is doing something
Ditransitive: to exhort sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exhort
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhorts
ενεστώτα μετοχή
exhorting
απλός αόριστος
exhorted
παθητική μετοχή
exhorted
Παραδείγματα
Tomorrow, the speaker will be exhorting attendees to make a positive impact.
Αύριο, ο ομιλητής θα παροτρύνει τους παρευρισκομένους να έχουν θετική επίδραση.
Λεξικό Δέντρο
exhortation
exhortative
exhortatory
exhort



























