Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exhaust hood
01
καπνοδόχος, απορροφητήρας
metal covering leading to a vent that exhausts smoke or fumes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
exhaust hoods



























