Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exhale
01
εκπνέω, αναπνέω έξω
to breathe air or smoke out through the mouth or nose
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exhale
γ΄ ενικό πρόσωπο
exhales
ενεστώτα μετοχή
exhaling
απλός αόριστος
exhaled
παθητική μετοχή
exhaled
Παραδείγματα
After holding her breath, she slowly exhaled and relaxed.
Αφού κράτησε την αναπνοή της, έπνευσε αργά και χαλάρωσε.
02
εκπνέω, απελευθερώνω αέρα
to expel air, smoke, or gases from the lungs intentionally
Transitive: to exhale breath or smoke
Παραδείγματα
He exhaled the smoke slowly, watching it curl into the air.
Εξέπνευσε τον καπνό αργά, παρακολουθώντας τον να κυλάει στον αέρα.



























