Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exceptionable
01
επιλήψιμος, αμφισβητήσιμος
given to cause objection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exceptionable
συγκριτικός βαθμός
more exceptionable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The policy changes were exceptionable to many employees, who felt they were unfair.
Οι αλλαγές στην πολιτική ήταν επιλήψιμες για πολλούς εργαζόμενους, που τις θεώρησαν άδικες.
Λεξικό Δέντρο
unexceptionable
exceptionable
exception
except



























