Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Exasperation
01
εκνευρισμός
a deep sense of annoyance due to persistent difficulties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
With each failed attempt, her exasperation grew, making her question if success was even possible.
Με κάθε αποτυχημένη προσπάθεια, η εκνευρισμός της μεγάλωνε, κάνοντάς την να αμφισβητεί αν η επιτυχία ήταν καν δυνατή.
02
εκνευρισμός, ενόχληση
actions or occurances that lead to a state of extreme frustration or irritation
Παραδείγματα
His frequent lateness and broken promises were among the main exasperations his coworkers complained about.
Οι συχνές καθυστερήσεις και οι αθετημένες υποσχέσεις του ήταν μεταξύ των κύριων εκνευρισμών για τους οποίους παραπονιόντουσαν οι συνάδελφοί του.
Λεξικό Δέντρο
exasperation
exasperate



























