Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exaggerate
01
υπερβάλλω, μεγαλοποιώ
to describe something better, larger, worse, etc. than it truly is
Transitive: to exaggerate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exaggerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exaggerates
ενεστώτα μετοχή
exaggerating
απλός αόριστος
exaggerated
παθητική μετοχή
exaggerated
Παραδείγματα
The comedian 's humor often stems from his ability to exaggerate everyday situations and make them seem absurd.
Το χιούμορ του κωμικού προέρχεται συχνά από την ικανότητά του να υπερβάλλει τις καθημερινές καταστάσεις και να τις κάνει να φαίνονται παράλογες.
02
υπερβάλλω, τονίζω
to make one's physical features or body parts more noticeable with clothing, products, or accessories
Παραδείγματα
He exaggerated his height with platform shoes.
Περίσσευσε το ύψος του με παπούτσια πλατφόρμας.
Λεξικό Δέντρο
exaggerated
exaggeration
exaggerate



























