eventual
e
ɪ
i
ven
ˈvɛn
ven
tual
ʧuəl
chooēl

Ορισμός και σημασία του "eventual"στα αγγλικά

01

τελικός

happening at the end of a process or a particular period of time 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, outcome
Παραδείγματα
After years of hard work and dedication, he finally achieved his eventual goal of becoming a successful entrepreneur. 

Μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς και αφοσίωσης, κατάφερε επιτέλους να επιτύχει τον τελικό του στόχο να γίνει ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eventuality
eventually
eventual
event
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store