evacuee
e
ɪ
ι
vac
ˌvæk
βαικ
uee
ˈjʊi:
γουι

Ορισμός και σημασία του "evacuee"στα αγγλικά

01

εκκενωθείς, πρόσφυγας

an individual who is forced to flee from a dangerous place or region 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
evacuees
Παραδείγματα
The evacuees were transported to temporary shelters after their homes were destroyed by the hurricane. 

Οι εκκενωθέντες μεταφέρθηκαν σε προσωρινά καταφύγια αφού τα σπίτια τους καταστράφηκαν από τον τυφώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store