Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Evacuee
01
εκκενωθείς, πρόσφυγας
an individual who is forced to flee from a dangerous place or region
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
evacuees
Παραδείγματα
The evacuees were transported to temporary shelters after their homes were destroyed by the hurricane.
Οι εκκενωθέντες μεταφέρθηκαν σε προσωρινά καταφύγια αφού τα σπίτια τους καταστράφηκαν από τον τυφώνα.



























