Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Euphemism
01
ευφημισμός, προσηνής έκφραση
a word or expression that is used instead of a harsh or insulting one in order to be more tactful and polite
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
euphemisms
Παραδείγματα
"Between jobs" is a euphemism for being unemployed.
"Μεταξύ δουλειών" είναι ένα ευφημισμός για την ανεργία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
euphemism
euphem



























