Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abide by
01
τηρώ, υπακούω
to follow the rules, commands, or wishes of someone, showing compliance to their authority
Transitive: to abide by a rule or order
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
abide
ενεστώτας
abide by
γ΄ ενικό πρόσωπο
abides by
ενεστώτα μετοχή
abiding by
απλός αόριστος
abode by
παθητική μετοχή
abode by
Παραδείγματα
The employees must abide by the supervisor's instructions at the construction site.
Οι εργαζόμενοι πρέπει να τηρούν τις οδηγίες του επόπτη στο εργοτάξιο.
02
τηρώ, σεβόμαι
to demonstrate respect toward someone, often implying a sense of loyalty or commitment
Παραδείγματα
She abides by her loyalty to her best friend through thick and thin.
Αυτή τηρεί την πίστη της στην καλύτερή της φίλη σε κάθε περίσταση.



























