Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abide by
[phrase form: abide]
01
τηρώ, υπακούω
to follow the rules, commands, or wishes of someone, showing compliance to their authority
Transitive: to abide by a rule or order
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
abide
ενεστώτας
abide by
γ΄ ενικό πρόσωπο
abides by
ενεστώτα μετοχή
abiding by
απλός αόριστος
abode by
παθητική μετοχή
abode by
Παραδείγματα
During the court trial, witnesses are required to abide by the judge's directives.
Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι μάρτυρες υποχρεούνται να τηρούν τις οδηγίες του δικαστή.
02
τηρώ, σεβόμαι
to demonstrate respect toward someone, often implying a sense of loyalty or commitment
Παραδείγματα
A true friend abides by the principle of trust and support in the relationship.
Ένας αληθινός φίλος τηρεί την αρχή της εμπιστοσύνης και της στήριξης στη σχέση.



























