etymology
e
ˌɛ
ε
ty
τα
mo
ˈmɑ
μα
lo
λα
gy
ʤi
τζι
/ˌɛtɪmˈɒləd‍ʒi/

Ορισμός και σημασία του "etymology"στα αγγλικά

01

ετυμολογία

the study of the origins and historical developments of words and their meanings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
etymologies
Παραδείγματα
The etymology of " amplify " reveals its roots in Latin " amplus, " meaning large or spacious.
Η ετυμολογία του "amplify" αποκαλύπτει τις ρίζες του στη λατινική "amplus", που σημαίνει μεγάλο ή ευρύχωρο.
02

ετυμολογία, προέλευση των λέξεων

the history and origins of all the meanings a word or morpheme has carried

Λεξικό Δέντρο

etymologist
etymology
etymo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store