etymology
e
ˌɛ
e
ty
ti
mo
ˈmɒ
mo
lo
gy
ʤi
ji
ethnologyetiologyethology

Ορισμός και σημασία του "etymology"στα αγγλικά

01

ετυμολογία

the study of the origins and historical developments of words and their meanings 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
etymologies
Παραδείγματα
Linguists trace the etymology of "vocabulary" back to Latin "vocabulum," meaning word. 

Οι γλωσσολόγοι ανιχνεύουν την ετυμολογία του "λεξιλογίου" πίσω στο λατινικό "vocabulum", που σημαίνει λέξη.

02

ετυμολογία, προέλευση των λέξεων

the history and origins of all the meanings a word or morpheme has carried 

Λεξικό Δέντρο

etymologist
etymology
etymo
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store