ethnography
eth
ɛθ
eth
nog
ˈnɒg
nog
ra
rə
rē
phy
fi
fi

Ορισμός και σημασία του "ethnography"στα αγγλικά

01

εθνογραφία, εθνογραφική μελέτη

the in-depth study of people and cultures through direct observation and interaction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The anthropologist conducted ethnography in a remote Amazonian tribe, living with the community to document their customs and traditions. 

Ο ανθρωπολόγος πραγματοποίησε εθνογραφία σε μια απομακρυσμένη φυλή του Αμαζονίου, ζώντας με την κοινότητα για να καταγράψει τα έθιμα και τις παραδόσεις τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store