ethnography
Pronunciation
/ɛθnˈɑːɡɹəfi/

Ορισμός και σημασία του "ethnography"στα αγγλικά

01

εθνογραφία, εθνογραφική μελέτη

the in-depth study of people and cultures through direct observation and interaction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Ethnography of an urban neighborhood revealed insights into the daily lives and social dynamics of its diverse residents.
Η εθνογραφία μιας αστικής γειτονιάς αποκάλυψε πληροφορίες για την καθημερινή ζωή και τις κοινωνικές δυναμικές των ποικίλων κατοίκων της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store