ester
Pronunciation
/ˈɛstɝ/

Ορισμός και σημασία του "ester"στα αγγλικά

01

εστέρας, χημικός εστέρας

a chemical compound derived from the reaction between an alcohol and an organic acid, typically with the elimination of water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
esters
Παραδείγματα
Ethyl propionate is an ester with a fruity odor and is used as a flavoring agent in the food industry.
Το προπιονικό αιθύλιο είναι ένα εστέρα με φρουτώδη οσμή και χρησιμοποιείται ως αρωματική ουσία στη βιομηχανία τροφίμων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store