Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essentially
01
ουσιαστικά, βασικά
used to emphasize the nature or most important aspects of a person or thing
Παραδείγματα
Despite his various talents, John was essentially a compassionate person who always prioritized helping others.
Παρά τα διάφορα ταλέντα του, ο John ήταν ουσιαστικά ένας συμπονετικός άνθρωπος που πάντα προτεραιοποιούσε το να βοηθάει τους άλλους.
Λεξικό Δέντρο
essentially
essential
essent



























