Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erratically
01
αναρχικά, με απρόβλεπτο τρόπο
in a manner that is unpredictable or irregular
Παραδείγματα
The weather changed erratically, with sudden shifts between sunshine and rain.
Ο καιρός άλλαξε απρόβλεπτα, με ξαφνικές αλλαγές μεταξύ ηλιοφάνειας και βροχής.



























