amenities
Pronunciation
/əˈmɛnətiz/, /əˈmɛnɪtiz/

Ορισμός και σημασία του "amenities"στα αγγλικά

01

ανέσεις, εγκαταστάσεις

features, services, or other things that provide convenience, comfort, and enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
amenities
Παραδείγματα
The neighborhood park features a variety of amenities, such as playgrounds, picnic areas, and sports facilities.
Το πάρκο της γειτονιάς διαθέτει μια ποικιλία από εγκαταστάσεις, όπως παιδικές χαρές, χώρους για πικνίκ και αθλητικές εγκαταστάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store