amenities
a
a
a
me
ˈmɛ
me
ni
ni
ties
tiz
tiz

Ορισμός και σημασία του "amenities"στα αγγλικά

01

ανέσεις, εγκαταστάσεις

features, services, or other things that provide convenience, comfort, and enjoyment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
amenities
Παραδείγματα
The new apartment complex boasts numerous amenities, including a state-of-the-art gym, a swimming pool, and a rooftop garden. 

Το νέο συγκρότημα διαμερισμάτων διαθέτει πολλές ανέσεις, συμπεριλαμβανομένου ενός σύγχρονου γυμναστηρίου, μιας πισίνας και ενός κήπου στη στέγη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store