epileptic
e
ˌɛ
e
pi
pi
lep
ˈlɛp
lep
tic
tɪk
tik
analepticdyspepticantisepticcataleptic

Ορισμός και σημασία του "epileptic"στα αγγλικά

01

επιληπτικός, που πάσχει από επιληψία

associated with a neurological disorder characterized by recurrent seizures 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Schools implement safety protocols for epileptic students during seizures. 

Τα σχολεία εφαρμόζουν πρωτόκολλα ασφαλείας για μαθητές με επιληψία κατά τις κρίσεις.

01

επιληπτικός, άτομο που πάσχει από επιληψία

someone who is suffering from epilepsy, a common disorder in nervous system that causes recurrent and unprovoked seizures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epileptics

Λεξικό Δέντρο

epileptic
epilept
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store