epinephrine
Pronunciation
/ˌɛpɪˈnɛfɹɪn/

Ορισμός και σημασία του "epinephrine"στα αγγλικά

01

επινεφρίνη, αδρεναλίνη

a hormone that increases heart rate and blood flow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
epinephrines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store