epinephrine
e
ˌɛ
e
pi
pi
neph
ˈnɛf
nef
rine
rɪn
rin
epinephrin

Ορισμός και σημασία του "epinephrine"στα αγγλικά

01

επινεφρίνη, αδρεναλίνη

a hormone that increases heart rate and blood flow 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
epinephrines

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store