Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epinephrine
01
επινεφρίνη, αδρεναλίνη
a hormone that increases heart rate and blood flow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επινεφρίνη, αδρεναλίνη