epilepsy
e
ˈɛ
e
pi
pi
lep
lɛp
lep
sy
si
si

Ορισμός και σημασία του "epilepsy"στα αγγλικά

01

επιληψία

a central nervous system disorder that causes sudden, unprovoked, and recurrent seizures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store