Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Epilepsy
01
επιληψία
a central nervous system disorder that causes sudden, unprovoked, and recurrent seizures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιληψία