Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
environmental
01
περιβαλλοντικός, οικολογικός
relating to the natural world and effects of human actions on it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Environmental pollution, such as air and water pollution, poses threats to both human health and the ecosystem.
Η περιβαλλοντική ρύπανση, όπως η ρύπανση του αέρα και του νερού, αποτελεί απειλή τόσο για την ανθρώπινη υγεία όσο και για το οικοσύστημα.
02
περιβαλλοντικός, οικολογικός
intended to preserve the environment
03
περιβαλλοντικός
relating to a person's surroundings and external conditions
Λεξικό Δέντρο
environmentalism
environmentally
environmental
environment
environ



























