Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to entrench
01
ριζώνω, εδραιώνω
to establish deeply and firmly, often making something difficult to change or remove
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entrench
γ΄ ενικό πρόσωπο
entrenches
ενεστώτα μετοχή
entrenching
απλός αόριστος
entrenched
παθητική μετοχή
entrenched
Παραδείγματα
Over the years, traditional gender roles have become deeply entrenched in some societies.
Με τα χρόνια, οι παραδοσιακοί ρόλοι των φύλων έχουν ριζωθεί βαθιά σε ορισμένες κοινωνίες.
02
οχυρώνομαι, εδραιώνομαι
occupy a trench or secured area
03
παραβιάζω, επεμβαίνω
impinge or infringe upon
Λεξικό Δέντρο
entrenched
entrenchment
entrench
trench



























