entreaty
ent
ˈɪnt
int
rea
ri:
ri
ty
ti
ti
sweetietreatywapititahiti

Ορισμός και σημασία του "entreaty"στα αγγλικά

01

ικεσία, παρακάλεμα

a request made with sincerity or desperation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
entreaties
Παραδείγματα
Her entreaty for help moved the crowd to action. 

Η ικεσία της για βοήθεια κίνησε το πλήθος σε δράση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

entreaty
entreat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store