to entreat
ent
ˈɪnt
int
reat
ri:t
rit

Ορισμός και σημασία του "entreat"στα αγγλικά

to entreat
01

ικετεύω, παρακαλώ θερμά

to ask someone in an emotional or urgent way to do something 
Ditransitive: to entreat sb to do sth
to entreat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entreat
γ΄ ενικό πρόσωπο
entreats
ενεστώτα μετοχή
entreating
απλός αόριστος
entreated
παθητική μετοχή
entreated
Παραδείγματα
In a desperate voice, he entreated the crowd to help him find his lost child. 

Με απελπισμένη φωνή, παρακάλεσε το πλήθος να τον βοηθήσει να βρει το χαμένο του παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store