Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to entreat
01
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to ask someone in an emotional or urgent way to do something
Ditransitive: to entreat sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entreat
γ΄ ενικό πρόσωπο
entreats
ενεστώτα μετοχή
entreating
απλός αόριστος
entreated
παθητική μετοχή
entreated
Παραδείγματα
In a desperate voice, he entreated the crowd to help him find his lost child.
Με απελπισμένη φωνή, παρακάλεσε το πλήθος να τον βοηθήσει να βρει το χαμένο του παιδί.
Λεξικό Δέντρο
entreaty
entreat



























