entrancing
ent
ɛnt
εντ
ran
ˈræn
ραιν
cing
sɪng
σινγκ
/ɛntɹˈɑːnsɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "entrancing"στα αγγλικά

entrancing
01

γοητευτικός, μαγευτικός

mesmerizing, or captivatingly beautiful
entrancing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entrancing
συγκριτικός βαθμός
more entrancing
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

entrancing
entrance
trance
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store