Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entranced
01
γοητευμένος, μαγεμένος
filled with delight and amazement by something and giving it all one's attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entranced
συγκριτικός βαθμός
more entranced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children were entranced, eyes wide with wonder.
Τα παιδιά ήταν γοητευμένα, με τα μάτια ανοιχτά από κατάπληξη.
Λεξικό Δέντρο
entranced
entrance
trance



























