entranced
ent
ˈɪnt
ιντ
ranced
rænst
ραινστ
/ɛntɹˈɑːnst/

Ορισμός και σημασία του "entranced"στα αγγλικά

01

γοητευμένος, μαγεμένος

filled with delight and amazement by something and giving it all one's attention
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entranced
συγκριτικός βαθμός
more entranced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children were entranced, eyes wide with wonder.
Τα παιδιά ήταν γοητευμένα, με τα μάτια ανοιχτά από κατάπληξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store