Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to entice
01
γοητεύω, δελεάζω
to make someone do something specific, often by offering something attractive
Ditransitive: to entice sb to do sth
Transitive: to entice sb somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
entice
γ΄ ενικό πρόσωπο
entices
ενεστώτα μετοχή
enticing
απλός αόριστος
enticed
παθητική μετοχή
enticed
Παραδείγματα
Advertisers hoped colorful displays would entice shoppers to browse their selection.
Οι διαφημιζόμενοι ήλπιζαν ότι οι πολύχρωμες οθόνες θα δελεάσουν τους πελάτες να περιηγηθούν στην επιλογή τους.
Λεξικό Δέντρο
enticement
enticing
entice



























