Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entertaining
01
ψυχαγωγικός, διασκεδαστικός
providing amusement, often through humor, drama, or skillful performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entertaining
συγκριτικός βαθμός
more entertaining
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
performance, leisure, cognition
Παραδείγματα
Her entertaining storytelling had everyone at the party enthralled.
Η ψυχαγωγική αφήγησή της γοήτευσε όλους στο πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
entertainingly
entertaining
entertain



























