Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entertaining
01
ψυχαγωγικός, διασκεδαστικός
providing amusement, often through humor, drama, or skillful performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most entertaining
συγκριτικός βαθμός
more entertaining
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The entertaining performance by the band had the crowd dancing and singing along.
Η ψυχαγωγική εμφάνιση της μπάντας είχε το πλήθος να χορεύει και να τραγουδάει.
Λεξικό Δέντρο
entertainingly
entertaining
entertain



























