Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to enrage
01
εξοργίζω, θυμώνω
to cause someone to become extremely angry
Transitive: to enrage sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
enrages
ενεστώτα μετοχή
enraging
απλός αόριστος
enraged
παθητική μετοχή
enraged
Παραδείγματα
The unfair treatment by the authorities enraged the protesters.
Η άδικη μεταχείριση από τις αρχές έκανε τους διαδηλωτές να εξαγριωθούν.
Λεξικό Δέντρο
enraged
enragement
enrage
rage



























