to enrage
en
ɛn
en
rage
ˈreɪʤ
reij
engage

Ορισμός και σημασία του "enrage"στα αγγλικά

to enrage
01

εξοργίζω, θυμώνω

to cause someone to become extremely angry 
Transitive: to enrage sb
to enrage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
enrage
γ΄ ενικό πρόσωπο
enrages
ενεστώτα μετοχή
enraging
απλός αόριστος
enraged
παθητική μετοχή
enraged
Παραδείγματα
The unfair treatment by the authorities enraged the protesters. 

Η άδικη μεταχείριση από τις αρχές έκανε τους διαδηλωτές να εξαγριωθούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store